Αθανάσιος Διάκος (1788 Άνω Μουσουνίτσα Φωκίδος-24 Απρ. 1821 Λαμία)

«Καὶ τῶν ἡρώων καύχημα στήν δόξα τοῦ Κυρίου,

Θανάση Διάκο σ’ ἒφερεν ὁ δαρμός τοῦ μαρτυρίου,

Καὶ ἐνώ σοῦ σπάραζε κακή φωτιά τό τίμιο σῶμα,

τραγούδι ἀγγελικό φιλί, σοῦ μύρωνε τό στόμα».

Κωστής Παλαμάς

Ο Αθανάσιος Διάκος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος νεκρός του αγώνος. Παππούς του ήταν ο φημισμένος αρματολός Αθανάσιος Γραμματικός, ενώ ο πατέρας του Νίκος επειδή είχε κάνει ψυχογιός, έφερε το επίθετο Ψυχογιός. Υποστηρίζεται επίσης ότι το επώνυμό του ήταν Μασσαβέτας. Ο ήρωας είχε δύο αδελφούς τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο και δύο αδελφές την Καλομοίρα και την Σοφία.[1] Ο τόπος γεννήσεώς του έχει αποτελέσει αιτία αντιπαράθεσης δύο κοινοτήτων της Φωκίδος, της Άνω Μουσουνίτσας Παρνασίδος, η οποία από το 1959 μετονομάσθηκε σε Αθανάσιος Διάκος, και της Αρτοτίνας. Σε νεαρή ηλικία εισήλθε στην μονή του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στην Αρτοτίνα, όπου σε ηλικία δεκαεπτά χρονών χειροτονήθηκε διάκονος. Ο νεαρός Αθανάσιος εγκατέλειψε την μοναστηριακή ζωή, όταν κατηγορήθηκε για τον φόνο Τούρκου κατά την διάρκεια γάμου και επέλεξε έκτοτε ως επώνυμο τον ιερατικό βαθμό του Διάκου.

Από την Μονή στο Κλαρί

Ο ονειροπόλος, ηθικός, θεοσεβής και ανδρείος Αθανάσιος Διάκος εντάχθηκε στο σώμα του κλέφτη Τσάμ Καλογήρου και στην συνέχεια στου αρματολού Δήμου Σκαλτσά ή Σκαλτσοδήμου, ο οποίος τον επέλεξε για πρωτοπαλίκαρο του. Για ένα διάστημα υπηρέτησε στην Αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων ως «τζοχανταραίος (σωματοφύλακας)». Διαδέχθηκε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, του οποίου υπήρξε πρωτοπαλίκαρο, στο αρματολίκι της Λειβαδιάς. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία.

Ο Επαναστάτης

Στα τέλη Μαρτίου 1821, στην Μονή του Οσίου Λουκά, ο Αθανάσιος Διάκος με την ευλογία του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα, κήρυξε την έναρξη της επαναστάσεως. Αμέσως μετά πολιόρκησε την Λειβαδιά την οποία κατέλαβε και κατάφερε να σώσει πολλούς Τούρκους αιχμάλωτους από την μανία των επαναστατών. Την 1η Απριλίου 1821 ύψωσε την σημαία του στο φρούριο της πόλεως, η οποία ήταν λευκού χρώματος, με την εικόνα του Άγιου Γεώργιου και το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος». Στην ομιλία του προς τους κατοίκους της πόλεως τόνισε ότι η επανάσταση υπήρξε θέλημα Θεού και τούς συμβούλευσε, «Ὁμόνοια καὶ αὐταπάρνηση, γιατί εἶναι τά μόνα φοβερά ὃπλα εἰς χείρας λαοῦ πολεμούντος πρός ἀπόκτηση τῆς ἐλευθερίας του».

Ο Νέος Λεωνίδας

Ο Σουλτάνος για την κατάπνιξη της επαναστάσεως απέστειλε στράτευμα 10.000 ανδρών, υπό τους Πασάδες Κιοσσέ Μαχούτ και Ομέρ Βρυώνη. Ο δεύτερος ήταν ικανότατος στρατιωτικός και καταγόταν από αρχοντική εξισλαμισθείσα χριστιανική οικογένεια. Την 23η Απριλίου ο Διάκος με τους οπλαρχηγούς Δημήτριο Πανουργιά και Γιάννη Δυοβουνιώτη, επικεφαλής 1.500 ενόπλων, αποφάσισαν να ανακόψουν την προέλαση των Τούρκων. Ο Διάκος εγκαταστάθηκε στην γέφυρα του παραπόταμου του Σπερχειού Αλαμάνα, λίγο βορειότερα των Θερμοπυλών και παρέμεινε εκεί σαν ένας σύγχρονος Λεωνίδας. Ο Δυοβουνιώτης εγκαταστάθηκε στην γέφυρα του Γοργοποτάμου, ενώ ο Πανουργιάς στην Χαλκωμάτα (Ηράκλεια). Οι Έλληνες οπλαρχηγοί διέπραξαν δύο σφάλματα από στρατιωτικής απόψεως. Αναλώθηκαν επί δεκαήμερο για την κατάληψη του Πετρατσικίου(Υπάτης), χωρίς να το καταλάβουν και στην συνέχεια κατακερμάτισαν την δύναμή τους στα τρία.

Ο Μάρτυρας

Ο Πανουργιάς πολέμησε γενναία, αλλά τραυματίσθηκε σοβαρά και αναγκάσθηκε να αποχωρήσει. Ο Δυοβουνιώτης μετά την συντριβή του Πανουργιά, υποχώρησε πιεζόμενος. Ο Διάκος όμως δεν εννοούσε να φύγει, παρά τις εκκλήσεις των συντρόφων του. Στην ομιλία του στην Λειβαδιά τόνισε ότι πρέπει οι Έλληνες να μάθουνε να πεθαίνουν με τα όπλα στα χέρια. Τίποτα δεν υποκαθιστά το παράδειγμα όταν είσαι αρχηγός. Ο υπερήφανος χαρακτήρας δεν του επέτρεψε να συμβιβαστεί με τις αρχές του. Όπως ο ήρωας Ηρακλής επέλεγε πάντοτε το δύσκολο δρόμο της αρετής. Τον συνέλαβαν αιχμάλωτο όταν είχε σπάσει το γιαταγάνι του και έχασε τις αισθήσεις από την αιμορραγία, λόγω τραύματος στην δεξιά ωμοπλάτη, επιδεικνύοντας άνευ ορίων γενναιότητα και αδάμαστο θέληση. Ο Ομέρ Βρυώνης του ζήτησε να αλλαξοπιστήσει και να τον υπηρετήσει με αντάλλαγμα να σώσει την ζωή του. Ο Διάκος του αποκρίθηκε περήφανα «Δὲν σε ὑπηρετώ. Ἀλλά καὶ νά σε ὑπηρετήσω, δέν θά σε ὡφελήσω». Την 24η Απριλίου μετά από φρικτά βασανιστήρια, άφησε την τελευταία του πνοή με τον πλέον επώδυνο θάνατο, ανασκολοπισθείς. Την στιγμή εκείνη ο Αθανάσιος Διάκος περιβλήθηκε με το φωτοστέφανο του μάρτυρος και εισήλθε στο Πάνθεο των Ελλήνων ηρώων. Η πολιτεία, μετά την απελευθέρωση, του απένειμε τον βαθμό του στρατηγού και στην επιζήσασα αδελφή του Καλομοίρα και μοναδική κληρονόμο του, επιδίκασε μηνιαία σύνταξη δεκατεσσάρων δραχμών(Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου).

[1] Ο Κωνσταντίνος επονομάζονταν Μασσαβέτας, από την άκληρη χήρα θεία του Στάμω Μασσαβέτα, η οποία τον υιοθέτησε Κατά μία άλλη εκδοχή το επώνυμο Μασσαβέτας προήλθε από την μετάφραση της τουρκικής λέξεως müsvedde που σημαίνει Γραμματικός.