Από: Αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Κρασσά

  • «Μαρμαρωμένε Βασιλιά πολύ δὲν θα προσμένεις.
  • Ἕνα πρωὶ ἀπ’ τὰ νερὰ τοῡ Βόσπορου ἐκεῖ πέρα,
  • θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς λευτεριᾶς χαμένης
  • ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ δοξασμένη μέρα!»

Από το ποίημα του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη, «Μαρμαρωμένε Βασιλιά». 

Η Πόλις Εάλω

Την 29η Μαΐου 1453, ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Δραγάσης Παλαιολόγος[1] (1404-1453) σφράγισε με τον ηρωικό του θάνατο τη πτώση της Κωνσταντινουπόλεως. Η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Η άλωση της Πόλεως από τους Οθωμανούς σήμανε το τέλος του μεσαιωνικού ελληνισμού και την έναρξη της πιο σκληρής περιόδου σκλαβιάς του γένους μας. Ο Κωνσταντίνος αποδείχτηκε αντάξιος των ευθυνών που επωμίσθηκε ως Έλληνας Βασιλεύς και η ιστορία τον αντάμειψε χαρίζοντάς του την αθανασία. 

Η Άφιξη στην Βασιλεύουσα

Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να αμυνθεί της "Βασιλεύουσας" και ουδείς δεν μπορούσε να τον εμποδίσει από την εκτέλεση της ιεράς αποστολής του. Σ’ αυτή την προσπάθεια βρήκε άξιο συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Γενουάτη ευγενή Ιωάννη Ιουστινιάνη [1400-1453 (Giovanni Giustiniani )], ο οποίος γεννήθηκε στη Χίο και ανήκε στη μεγάλη εξιταλισθείσα ελληνικής καταγωγής οικογένεια του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Ιουστινιανού (482-565) [2]. Την 26η Ιανουαρίου 1453 εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη με 700 σιδηρόφρακτους στρατιώτες, προς μεγάλη χαρά των κατοίκων της. Το σύνολο των ικανών προς μάχη ανδρών της Πόλεως δεν υπερέβαινε τις 10.000, έναντι των 150.000 του Μωάμεθ Β΄[3] (1432-1481). Ο γενναίος και οργανωτικός Ιουστινιάνης είχε επίγνωση του συσχετισμού των δυνάμεων, ήταν γνώστης των στρατιωτικών, αλλά πάνω απ’ όλα διέθεται ήθος και «κρατούσε τον λόγο του». Θαύμασε το ψυχικό μεγαλείο του τελευταίου αυτοκράτορος να μην ορρωδήσει προ ουδενός κινδύνου, αποφασισμένος να υπερασπισθεί την Κωνσταντινούπολη και να μην την εγκαταλείψει. Οι δύο άνδρες ήσαν φτιαγμένοι από το ίδιο μέταλλο. Ο Κωνσταντίνος του απένειμε το αξίωμα του Πρωτοστράτορα (Αρχιστράτηγου) και για να τον ανταμείψει τού παραχώρησε την Λήμνο.

Διχασμένοι Εσαεί

Ο Ιουστινιάνης συνειδητοποίησε ότι η παρουσία των καθολικών Γενουατών ήταν ανεπιθύμητη από τους φανατικούς πολέμιους της Ενώσεως των δύο Εκκλησιών, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων. Ο Λουκάς Νοταράς[4] (1402-1453) «Μεσάζων (διοικητικό αξίωμα, δεύτερο μετά τον αυτοκράτορα)» και «Μέγας Δούκας (Αρχηγός του Ναυτικού)» είχε βροντοφωνάξει παρουσία του Αυτοκράτορος: «Κρειττότερόν ἔστιν εἰδέναι ἐν μέσῃ τ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἢ καλύπτραν λατινικήν (Καλύτερα να δω στην Πόλη το τουρκικό σαρίκι παρά τη λατινική τιάρα)».

Ως ηγέτης των Ανθενωτικών, ο Νοταράς έβλεπε με τεράστια καχυποψία οποιαδήποτε λατινική παρέμβαση, ακόμη και ως στρατιωτική βοήθεια. Ο Ιουστινιάνης δεν άργησε να συγκρουστεί με το Νοταρά. Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Φραντζή[5] η αφορμή δόθηκε από τη διαφωνία στο τρόπο διεξαγωγής της αμύνης. Ο Ιουστινιάνης ζήτησε από το Νοταρά να διαθέσει τα πυροβόλα και τις βλητικές μηχανές (καταπέλτες, εκτοξευτές βελών, ακοντίων και λίθων) στα ευάλωτα σημεία των τειχών. Ο Νοταράς αρνήθηκε, επικαλούμενος την ανάγκη τάξεως των όπλων κατά μήκος των τειχών προς την θάλασσα, η άμυνα των οποίων ήταν δική του ευθύνη.

Οι δύο άνδρες αντήλλαξαν δηλητηριώδεις χαρακτηρισμούς. Ο Ιουστινιάνης φέρεται να αποκάλεσε τον Νοταρά «προδότη». Ο Κωνσταντίνος επενέβη για να κατευνάσει τα πνεύματα, θυμίζοντάς τους ότι ο εχθρός βρισκόταν εκτός των πυλών και η διχόνοια θα οδηγούσε στην καταστροφή. Παρά τη συμφιλίωση, το κλίμα καχυποψίας παρέμεινε μέχρι την ημέρα της αλώσεως. 

Η Πολιορκία

Στις αρχές Απριλίου του 1453, ο χώρος προ των τειχών πλημμύρισε από την τουρκική στρατιά στην οποίαν είχαν προσχωρήσει μισθοφόροι από πολλές χώρες, ακόμη και Έλληνες. Ο Μωάμεθ ο Β΄ είχε μεριμνήσει για την κατασκευή πολλών πυροβόλων με πιο τρομακτικό την μπομπάρδα του Ούγγρου μηχανικού Ουρβανού.[6] Πριν την εγκατάσταση των εχθρών στις θέσεις πολιορκίας ο Ιουστινιάνης με χίλιους άνδρες εξήλθε των τειχών και επέπεσε επί των ανοργάνωτων στρατιωτών, προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες και ενισχύοντας παράλληλα το ηθικό των πολιορκουμένων. 

Η Τακτική του Ιουστινιάνη

Την 2α Απριλίου 1453, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Τα ζωτικά σημεία της άμυνας ήταν οι 12 πύργοι των τειχών, με σημαντικότερο όλων το κάστρο της Πύλης του Αγίου Ρωμανού. Ο Ιουστινιάνης προσφέρθηκε εθελοντικά να αναλάβει τον πιο δύσκολο τομέα και επικέντρωσε τις προσπάθειές του:

  1. Στην άμυνα επί των τειχών, τοποθετώντας τους καλύτερους άνδρες του, στο μεσαίο τείχος μεταξύ των πυλών του Αγίου Ρωμανού και της Αδριανουπόλεως, ο οποίος ήταν ο πλέον ευάλωτος τομέας.
  2. Στην ταχεία αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούσε η «Βασιλική», το γιγαντιαίο κανόνι του Ουρβανού. Χρησιμοποίησε βαρέλια γεμάτα χώμα, κλαδιά και δέρματα, τα οποία απορροφούσαν τους κραδασμούς των βλημάτων καλύτερα από τις πέτρινες κατασκευές.
  3. Στην ανάπτυξη των δυνάμεων του στον περιορισμένο χώρο μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού τείχους (περίβολος), ώστε να αντισταθμίσει το αριθμητικό πλεονέκτημα των Τούρκων:
  4. Στις νυχτερινές εξόδους, με σκοπό να καταστρέφει τα πολιορκητικά μηχανήματα και να ανοίγει ξανά τις τάφρους που προσπαθούσαν να επιχωματώσουν οι Οθωμανοί. 

Η Μάχη των Ολίγων

Η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η «μάχη των ολίγων». Οι πολλοί προσεύχονταν για την νίκη του Μωάμεθ ή για την εξ ύψους βοήθεια. Επί 56 ημέρες οι δύο άνδρες αμύνονταν επιτυχώς σε μια άνιση αναμέτρηση, η οποία είχε πολλές ομοιότητες με την μάχη των Θερμοπυλών. Την 29η Μαΐου οι απώλειες των υπερασπιστών και οι καταστροφές των τειχών προμήνυαν την έλευση του μοιραίου. Εκείνη την ημέρα στην πύλη του Ρωμανού ο Ιουστινιάνης τραυματίσθηκε σοβαρά στο στήθος και, «αντιλαμβανόμενος ότι όλα είχαν κριθεί», αποφάσισε να αποχωρήσει μαζί με τους Γενουάτες. Ο Κωνσταντίνος του ζήτησε να μείνει, τονίζοντας πως είχε ανάγκη τόσο την παρουσία του, έστω και ως τραυματία, όσο και τη συμβολή των γενναίων στρατιωτών του. 

Το Τέλος

Οι άνδρες μετέφεραν τον τραυματισμένο αρχηγό τους στα πλοία. Την ώρα που οι δύο γαλέρες του απέπλεαν από το λιμάνι, ο Κωνσταντίνος εγκατέλειπε τα εγκόσμια και εισερχόταν στον χώρο του θρύλου. Ο Ιουστινιάνης πέθανε λίγες ημέρες μετά την άφιξή του στην Χίο, λόγω του τραύματός του, αδικημένος από την ιστορία. Η αποχώρησή του έδωσε αφορμή να υποτεθούν πολλά για τις προθέσεις του και να λησμονηθεί η ηρωική παρουσία του δίπλα στον αυτοκράτορα μέχρι την τελευταία ημέρα. Στων τάφο του, στων ναό τού Άγιου Δομίνικου στην Χίο υπάρχει η ακόλουθη επιγραφή: «Ἐνθάδε κεῖται ὁ Ἰωάννης Ἰουστινιάνης, ἀνὴρ περικλεὴς καὶ πατρίκιος Γενουήνσιος, ἐκ τῶν Μαονέων τῆς Χίου, ὅστις κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Βασιλέως τῶν Τούρκων Μωάμεθ ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ἡγεμονεύων παρὰ τῷ γαληνοτάτῳ Κωνσταντίνῳ, τελευταίῳ τῶν ἀνατολικῶν χριστιανῶν αὐτοκρατόρων, θανασίμως πληγωθεὶς ἀπέθανε». 

Διαπιστώσεις- Συμπεράσματα

Η διαμάχη μεταξύ του Ιωάννη Ιουστινιάνη και του Λουκά Νοταρά υπήρξε ένα από τα πιο μελανά σημεία της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως. Τη συγκεκριμένη περίοδο το ζητούμενο ήταν η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι οποιεσδήποτε άλλες διαφορές έπρεπε να παραμεριστούν για μετά τη παύση των εχθροπραξιών.

Ο Νοταράς πίστευε μέχρι τέλους ότι μια συμφωνία με τους Οθωμανούς θα επέτρεπε τη διατήρηση της Ορθοδοξίας και κάποιων προνομίων, κάτι που αποδείχθηκε τραγικό λάθος, καθώς ο Μωάμεθ Β' δεν είχε σκοπό να το πράξει.

Η φράση του Νοταρά για το «σαρίκι» και την «τιάρα» αποτύπωσε το πνεύμα των ανθενωτικών και δημιούργησε ένα κλίμα ηττοπάθειας και εσωτερικής υπονομεύσεως. Ο πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως είχε διαιρεθεί σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς». Οι ανθενωτικοί προτιμούσαν την οθωμανική υποδούλωση από την υποτέλεια στον Πάπα της Ρώμης.

Ο Κωνσταντίνος αδυνατούσε μόνος του να αντιμετωπίσει τον Μωάμεθ και επέλεξε «το μη χείρον (το λιγότερο κακό)[7]». Είναι η στιγμή που οι ηγέτες έρχονται αντιμέτωποι με το πεπρωμένο τους και ομιλούν με την ιστορία. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να παραδώσει τη «Πόλη» και η επιλογή του δικαιώθηκε.

Η θυσία του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου δημιούργησε το θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά που αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς μύθους της ελληνικής παραδόσεως. Το νόημά του είναι βαθιά συμβολικό και εστιάζει στην ελπίδα της εθνικής αναγεννήσεως και στην διατήρηση της ιστορικής συνέχειας.

Ο θρύλος ότι ο βασιλιάς δεν πέθανε, αλλά "μαρμάρωσε" και περιμένει να ξυπνήσει, εκφράζει την προσδοκία για την απελευθέρωση και την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Από εκεί γεννήθηκε η «Μεγάλη Ιδέα» η οποία υπήρξε ο κεντρικός εθνικός στόχος και η δεσπόζουσα ιδεολογία του ελληνικού κράτους από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι το 1922, χάριν της οποίας η Ελλάδα διπλασιάσθηκε σε έκταση και πληθυσμό αποτέλεσμα των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13.

Οι ηγέτες οφείλουν να έχουν όραμα το οποίο να μεταδίδουν στο λαό, για κάτι που ξεπερνά την ατομική ύπαρξη, αγγίζει ανώτερες αξίες και καθίσταται σκοπός ζωής. Η αγάπη για την πατρίδα διαχρονικά καθοδηγεί, εμπνέει, δίνει νόημα και δύναμη να αγωνιστείς, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου για την υπεράσπισή της. Η επικέντρωση αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητος καθώς και με ό,τι σχετίζεται με τη συντήρηση και την επιβίωση, εξαντλεί συναισθηματικά και οδηγεί σε υπαρξιακό κενό.  

 

Αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Κρασσάς

Μάιος 2026

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό «ΗΛΙΟΥ», Αθήνα 1951.
  • Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Κυριαζή Κωνσταντίνου. Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 1964.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε., Αθήνα 1977.
  • Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITTANICA, Εκδοτικός οί-κος ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 2007.
  • Ελλάδα 1453-1821, David Brewer, Εκδόσεις Πατάκη 2010.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο Κωνσταντίνος ΙΑ Δραγάσης Παλαιολόγος (8 Φεβρουαρίου 1404 - 29 Μαΐου 1453) ήταν το όγδοο και τελευταίο τέκνο του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (1350-1425) και της Ελένης Δραγάσης (1372-1450), κόρης του Σερβου ηγεμόνος Κονσταντίν Ντράγκαν Ντεγιάνοβιτς (1355-1395). Αγαπούσε πολύ τη μητέρα του και για αυτό πρόσθεσε το επώνυμό της (Δραγάση) δίπλα στο δικό του, όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο. Μετά το θάνατό του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έγινε θρυλική μορφή της ελληνικής λαϊκής παραδόσεως ως ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς».

[2] Πρώτοι απόγονοι της οικογενείας των Ιουστινιανών αναφέρονται οι 3 αδελφοί, Αγγελίνος, Μάρκος και Πέτρος, οι οποίοι διωχθέντες, υπό του Ρωμαίου αυτοκράτορος Τιβερίου κατέφυγαν ο πρώτος εις Βενετία, ο δεύτερος εις Γένουα και ο τρίτος εις Φλωρεντία.

[3] Ο 21χρονος Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ (1432-1481) έμεινε στην ιστορία ως Πορθητής. Σε ηλικία 12 χρονών ανήλθε για πρώτη φορά στον θρόνο μετά την παραίτηση του πατέρα του Μουράτ Β΄. Μετά δύο χρόνια ο πατέρας του επανήλθε στον θρόνο, τον οποίο διατήρησε μέχρι το θάνατό του το 1451, οπότε ο Μωάμεθ ανέλαβε πάλι την εξουσία.

[4] Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β' ο Πορθητής αρχικά του έδειξε εύνοια, αλλά μετά διέταξε την εκτέλεσή του. Ο Νοταράς ζήτησε να θανατωθούν πρώτα οι γιοι του μπροστά στα μάτια του, ώστε να είναι σίγουρος ότι δεν θα εξισλαμιστούν ή θα κακοποιηθούν. Ο θάνατός του στις 3 Ιουνίου 1453 σηματοδότησε το οριστικό τέλος της βυζαντινής διοικητικής αριστοκρατίας.

[5] Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής (Κωνσταντινούπολη 1401-Κέρκυρα 1480) Βυζαντινός, αξιωματούχος, διπλωμάτης, ιστορικός και συγγραφέας, που συνέγραψε το ιστορικό της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, ο μόνος που την έζησε ως αυτόπτης μάρτυρας. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

[6] Ο Ουρβανός (ή Urban) ήταν ένας έμπειρος μηχανικός και χύτης τηλεβόλων (κανονιών), πιθανότατα ουγγρικής καταγωγής από το Μπρασόβ της Τρανσυλβανίας. Η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πτώση της Πόλεως. Το 1452, ο Ουρβανός πρόσφερε αρχικά τις υπηρεσίες του στον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄, ο οποίος δεν μπορούσε να καταβάλει την υψηλή αμοιβή που ζητούσε, ούτε διέθετε τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή τόσο μεγάλων όπλων. Στη συνέχεια στράφηκε στον Σουλτάνο Μωάμεθ Β', ο οποίος του παρείχε απεριόριστους πόρους. Ο Ουρβανός ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να φτιάξει ένα κανόνι ικανό να γκρεμίσει «ακόμα και τα τείχη της Βαβυλώνας». Το διασημότερο κατασκεύασμα του ήταν η «Βασιλική» (Basilica), ένα γιγαντιαίο χάλκινο τηλεβόλο, μήκους περίπου 8-9 μέτρων, που εκτόξευε λίθινες σφαίρες βάρους άνω των 500 κιλών. Για τη μεταφορά του από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη χρειάστηκαν 60 βόδια και εκατοντάδες άνδρες. Ο Ουρβανός λέγεται ότι σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, όταν ένα από τα κανόνια του εξερράγη λόγω υπερθερμάνσεως και κατασκευαστικής αστοχίας. 

[7]Η φράση «το μη χείρον βέλτιστον» (πλήρης πρόταση): «Δυοὶν κακοὶν προκειμένοιν, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον») χρησιμοποιείται όταν καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο αρνητικές επιλογές και προτιμάμε τη λιγότερο κακή.

ΤΕΛΟΣ