«Ἐκεῖνος ἐκεῖ ὁ ἀμίλητος θὰ φάει πολλή Τουρκιάν». Ο Αλή Πασάς των Ιωάννινων για τον Μάρκο Μπότσαρη.

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε το 1790 στο Σούλι Θεσπρωτίας. Ήταν ο δευτερότοκος υιός του αρματολού των Τζουμέρκων Κίτσου Μπότσαρη,[1] από τον πρώτο του γάμο με την Χρυσούλα Παπαζώτου Γιώτη. Η οικογένεια του ήρθε σε σφοδρή αντίθεση με αυτήν των Τζαβελλαίων, λόγω της συνεργασίας τους με τον Αλή Πασά, ο οποίος τους παρεχώρησε μεγάλες εκτάσεις στο χωριό Βουλγαρέλι. Το 1803, οι Σουλιώτες μετά ηρωικό αγώνα εκδιώχθηκαν από τα χωριά τους και κατέφυγαν στα Επτάνησα. Το επόμενο έτος, ο Αλή Πασάς στράφηκε και κατά των Μποτσαραἰων, οι οποίοι κατέφυγαν στη Μονή του Σέλτσου (σύνορα Νομού Άρτας και Καρδίτσας). Μετά από τετράμηνη αντίσταση οι Μποτσαραίοι αποδεκατίσθηκαν. Ο Μάρκος Μπότσαρης μαζί με τον πατέρα του κατέφυγαν στα Επτάνησα και υπηρέτησαν πρώτα στον Ρωσικό στρατό και το 1807 στο Γαλλικό.[2] Στο διάστημα αυτό ο δεκαεξάχρονος Μάρκος νυμφεύθηκε το 1806 την Ελένη Καρακίτσου, από την οποία έλαβε διαζύγιο το 1810 και την ίδια χρονιά σύναψε δεύτερο γάμο με την Χρυσούλα Καλογήρου.[3] Κατά την παραμονή του στα Επτάνησα, ο ολιγογράμματος Μάρκος Μπότσαρης έγραψε λεξικό της Ελληνοαλβανικής το οποίο προσέφερε στον Γάλλο διπλωμάτη Φρανσουά Πουκεβίλ.

Η Επιστροφή στην Ήπειρο

Το 1813 ο Κίτσος Μπότσαρης επέστρεψε στην Ήπειρο και ανέλαβε το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Δολοφονήθηκε όμως από τον ανταγωνιστή του Γώγο Μπακόλα. Ο Μάρκος, μετά από παραχώρηση του Αλή Πασά, εγκαταστάθηκε στον Κακόλακο Πωγωνίου, όπου διέμεινε μέχρι την αποστασία του από την Υψηλή Πύλη το 1820. Στην αρχή συντάχθηκε με τις Σουλτανικές δυνάμεις, προσδοκώντας να επιστρέψει στο Σούλι. Οι ελπίδες του όμως διαψεύσθηκαν και άλλαξε στρατόπεδο, υποστηρίζοντας τον Αλή Πασά. Ο Μάρκος Μπότσαρης και οι περισσότεροι από τους Σουλιώτες δεν γνώριζαν την Φιλική Εταιρεία, ούτε το σχέδιο για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Ο Χριστόφορος Περραιβός είναι αυτός που τους έκανε κοινωνούς του εθνικού οράματος. Ο Αλή Πασάς δεν έπρεπε να πέσει, γιατί απασχολούσε πολυάριθμο τουρκικό στράτευμα, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα στρέφονταν στην Νότια Ελλάδα. Η κατάσταση στην Ήπειρο δημιούργησε τις προϋποθέσεις, για την κήρυξη της επαναστάσεως από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

Ο Επαναστάτης

Ο Μάρκος Μπότσαρης προσέβλεψε αρχικώς στην εκμετάλλευση της Ελληνικής Επαναστάσεως προκειμένου να επιστρέψει στο Σούλι. Ο ξεσηκωμός του γένους διεύρυνε τους ορίζοντές. Συνειδητοποίησε βαθμιαία ότι πέρα από τα ορεινά χωριά του, υπήρχε μία πατρίδα την οποία όφειλε να ελευθερώσει και η οποία μπορούσε να του προσφέρει πολύ περισσότερα. Πρώτα ήταν Έλληνας και μετά Σουλιώτης. Ο Μάρκος Μπότσαρης επέδειξε τις στρατιωτικές του αρετές σε μια σειρά από μάχες: Στην κατάληψη του φρουρίου της Ρινιάσας και στην απελευθέρωση των κοινοτήτων των Βαριάδων, των Δερβίζιανων και των Πέντε Πηγαδιών. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον στρατιωτικό ηγέτη της Δυτικής Ελλάδος. Τον Ιούλιο του 1822, οι Έλληνες υπέστησαν οδυνηρή ήττα στο Πέτα και το Σούλι καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Ο Μάρκος Μπότσαρης έστειλε την οικογένεια στην Αγκώνα της Ιταλίας και αποφάσισε απερίσπαστος να αφοσιωθεί στην επανάσταση. Την 11η Οκτωβρίου 1822, το βουλευτικό διόρισε τον Μάρκο Μπότσαρη στρατηγό της Δυτικής Ελλάδος. Υπήρξε εκ των πρωταγωνιστών της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου(25 Οκτ.-31 Δεκ. 1822), από τους Πασάδες Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη.

Η Τελευταία Μάχη

Τον Ιούλιο του 1823 ο Μουσταφάς Πασάς της Σκόρδας επικεφαλής στρατεύματος 10.000 ανδρών κατευθύνονταν προς την Νότιο Ελλάδα. Την 5η Αυγούστου στρατοπέδευσε στη θέση Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Ο Μάρκος Μπότσαρης με τους Κίτσο Τζαβέλλα και Λάμπρο Βέϊκο με 2.000 αγωνιστές, κινήθηκαν προς αντιμετώπιση του. Ο Μπότσαρης αποφάσισε να επιτεθεί την νύκτα της 8ης προς 9ης Αυγούστου, προκειμένου να αιφνιδιάσει τον εχθρό.[4] Κατά την διάρκεια της μάχης δέχθηκε βόλι στο μέτωπο πάνω από το δεξί μάτι και εξέπνευσε ακαριαία. Την 10η Αυγούστου κηδεύτηκε στο Μεσολόγγι, με εξαιρετικές τιμές. Ο θάνατος του θεωρήθηκε εθνικό δυστύχημα. Ενέπνευσε Έλληνες και ξένους ποιητές και ζωγράφους (Διονύσιο Σολωμό, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Βίκτωρα Ουγκώ κ.α) Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος έγραψε για τον Μάρκο Μπότσαρη: « Ἡ χρηστότης ἦτο ἐζωγραφισμένη εἴς τό πρόσωπον αὐτοῦ καί ἡ καλοκαγαθία ἐμαρτυρεῖτο ἀπό τῶν τρόπων αὐτοῦ. Ἦτο ἀρνίον κεκτημένον καρδίαν λέοντος».

 

[1] Ο Κίτσος Μπότσαρης είχε τρεις συζυγούς: Την Χρυσούλα Παπαζώτου-Γιωτη, την Αναστασία Μακαντώνη και την Βασιλική Βαβύλη, με τις οποίες απόκτησε 13 παιδιά (7 υιούς-6 θυγατέρες).  

[2] Μετά την προσάρτησή τους από την Γαλλία(συνθήκη του Τιλσίτ, σημερινό Σοβιέτσκ στο Καλίνινγκραντ)

[3] Θυγατέρα του Χρηστάκη Καλογήρου διοικητού του τάγματος, στο οποίο υπηρετούσε ο πατέρας του με τον βαθμό του Ταγματάρχη.

[4] Η εφαρμοζόμενη από τους Έλληνες τακτική στις συγκρούσεις τους με τους Τούρκους αποσκοπούσε: στην επιλογή τοποθεσίας που θα τους εξασφάλιζε τα νώτα(αισθάνονταν ασφαλείς με την ύπαρξη ορεινού όγκου πίσω τους), στην κατασκευή ταμπουριών για την προστασία από τα εχθρικά πυρά, και στην πρόβλεψη οδού διαφυγής. Έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στην ενίσχυση των πλευρών προκειμένου να αποφύγουν την υπερφαλάγγιση(περικύκλωση).Τον Μάρκο Μπότσαρη από πλευράς στρατιωτικής τακτικής μπορούμε να τον κατατάξουμε στους «Καταδρομείς» των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο Μπότσαρης διεξήγαγε νυκτερινές επιχειρήσεις, αφού πρώτα έκανε αναγνώριση των εχθρικών δυνάμεων, δια της αποστολής περιπόλων αναγνωρίσεως. Οι τακτικές αυτές εφαρμόζονται και σήμερα.

 

            Ο Μάρκος Μπότσαρης                           Ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη