Από: Αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Κρασσά
«Ἀγαπῶ, λατρεύω καὶ θαυμάζω τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα καὶ ἐκτιμῶ τὴν νεωτέραν, ἀλλὰ ἐπιθυμῶν τὸ μεγαλεῖον τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὸ ἐπιθυμῶ ὄχι ὡς ἱδεολόγος, ἀλλὰ ὡς πρακτικὸς πολιτικός, διότι εἰς τοῦτο βλέπω τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος μου». Λέων Γαμβέττας[1] (1838-1882) πρωθυπουργός της Γαλλίας.
Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877-78
Η Ρωσία μετά την ήττα της στον πόλεμο της Κριμαίας[2] (1853-1856), επιθυμούσε διακαώς να αποκαταστήσει την επιρροή της στο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Τον Δεκέμβριο του 1876, ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄[3] (1818–1881), μετά τις επαναστάσεις στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στην Βουλγαρία και τον Σερβοτουρκικό πόλεμο –ο οποίος έληξε με στρατιωτική ήττα του Πριγκιπάτου της Σερβίας,– προκάλεσε σύσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων ζήτησαν από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ [4] (1876–1909) την εφαρμογή διοικητικών αλλαγών προς όφελος των χριστιανικών πληθυσμών. Οι μεταρρυθμίσεις αφορούσαν στην ίδρυση επαρχιακών συνελεύσεων με εκλεγμένους αντιπροσώπους, ίδρυση χωροφυλακής αποτελούμενη από χριστιανούς και μουσουλμάνους και διοικητή διορισμένο από την Υψηλή Πύλη, κατόπιν εγκρίσεως των μεγάλων δυνάμεων. Την 24η Απριλίου 1877, μετά την απόρριψη του συμμαχικού διαβήματος, η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Στην Ελλάδα, κατόπιν εκκλήσεως του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ [5] (1845-1913), σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον γηραιό ναύαρχο Κωνσταντίνο Κανάρη[6], ο οποίος παρέμεινε στην θέση του μέχρι το θάνατό του (14 Σεπτεμβρίου 1877).

Ο Ρώσος πρεσβευτής στην Αθήνα Πέτρος Σαμπούροφ[7] (1835–1912) μας διεμήνυσε ότι:
- Η Ρωσία θα αντιμετώπιζε ευπρόσδεκτα τυχόν επαναστατικά κινήματα στην στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Κρήτη και τη Μακεδονία.
- Δεν θα αναλάμβανε καμία δέσμευση σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου.
- Δεν θα αντιτίθετο σε προσαρτήσεις στο ελληνικό βασίλειο επαρχιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που θα απελευθερώνονταν από τον ελληνικό στρατό.
Η Αγγλία αντιθέτως μάς συνέστησε να παραμείνουμε αμέτοχοι στον πόλεμο, χωρίς όμως να μάς εγγυηθεί ότι, σε περίπτωση παροχής καθεστώτος αυτονομίας σε βουλγαρικές επαρχίες, θα απολάμβαναν την ίδια μεταχείριση και οι ελληνικές. Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να αναμειχθεί ενεργά στην σύρραξη και υποδαύλισε επαναστατικά κινήματα στις υπόδουλες περιοχές.

Την 11η Ιανουαρίου 1878 ανέλαβε πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος[8]. Στις 26 Ιανουαρίου 1878, ο ρωσικός στρατός είχε προελάσει νικηφόρα μέχρι την Κωνσταντινούπολη δυτικά και στην περιοχή του Καυκάσου στα ανατολικά. Την 31η Ιανουαρίου στην Αδριανούπολη, οι δύο εμπόλεμοι υπέγραψαν συνθήκη καταπαύσεως πυρός. Δύο ημέρες μετά, η Ελλάδα μετά από πολλές παλινωδίες εισέβαλε στην Θεσσαλία, χωρίς να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ο ελληνικός στρατός προωθήθηκε μέχρι τον Δομοκό[9] σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τα σύνορα και στην συνέχεια επέστρεψε στη Λαμία.
Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου
Την 3η Μαρτίου 1878, στο προάστιο Άγιος Στέφανος της οθωμανικής πρωτευούσης, οι δύο εμπόλεμοι υπέγραψαν «προκαταρκτική[10]» συνθήκη ειρήνης η οποία προέβλεπε:
- Την ίδρυση ενός μεγάλου Βουλγαρικού Κράτους, που θα εκτείνονταν από τον Δούναβη έως το Αιγαίο και την Αχρίδα, δορυφόρου της Ρωσίας. Η Βουλγαρία έθετε υπό την κυριαρχία της πολλές ελληνικές πόλεις (Σέρρες, Καβάλα, Έδεσσα, Φλώρινα, Καστοριά, Μοναστήρι κ.ά.).
- Την κήρυξη της πλήρους ανεξαρτησίας της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας, με παράλληλη αύξηση της επικράτειάς των.
- Η συνθήκη προκάλεσε απόγνωση και οργή στους Έλληνες, με πολλούς να την παρομοιάζουν με την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Η Αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας
Η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου σήμανε συναγερμό στο Λονδίνο. Το νέο βουλγαρικό μόρφωμα μπορούσε να επιζήσει μόνο ως δορυφόρος της Ρωσίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα άφηνε σε καμία περίπτωση τον έλεγχο των Δαρδανελίων στη Ρωσία. Προτιμούσε τον Σουλτάνο έρμαιο στα χέρια του, παρά να βρίσκεται υπό τη συνεχή απειλή των Ρώσων. Ισχυρές μονάδες του βρετανικού ναυτικού προωθήθηκαν προς την περιοχή, ώστε να μην επιτρέψουν την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τη Ρωσία. Το ενδεχόμενο καταρρεύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα έθετε σε κίνδυνο τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής, της Αιγύπτου και της διώρυγας του Σουέζ. Η Βρετανία αποφάσισε να στηρίξει τον Σουλτάνο, αλλά ζήτησε ως αντάλλαγμα την Κύπρο, με την οποία θα διατηρούσε έλεγχο στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 4 Ιουνίου 1878 υπογράφηκε μυστική συμφωνία, με την οποία ο Σουλτάνος συναίνεσε στην παραχώρηση της κατοχής και διοικήσεως της Κύπρου στην Αγγλία, –όχι όμως της κυριαρχίας– και υπό τον όρο να συνεχίσει να εισπράττει τα έσοδα από τη φορολογία της μεγαλονήσου[11].
Το Συνέδριο του Βερολίνου
Ήταν φανερό ότι υπήρχε άμεση ανάγκη αναθεωρήσεως της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης αντιτάχθηκαν στη διείσδυση της Ρωσίας στη Βαλκανική και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο ευρύτερα. Η Αυστροουγγαρία απέκλειε την ίδρυση στα Βαλκάνια ενός μεγάλου σλαβικού, ή ελληνικού κράτους. Ο καγκελάριος της Γερμανίας πρίγκιπας Ότο φον Μπίσμαρκ[12] (1815–1898), φοβούμενος την έκρηξη ενός ευρωπαϊκού πολέμου, κάλεσε τις μεγάλες δυνάμεις στο Βερολίνο, προκειμένου να αποκατασταθεί η διασαλευθείσα ισορροπία. Στο συνέδριο που άρχισε στις 13 Ιουνίου 1878, συμμετείχαν με πολυμελείς αντιπροσωπείες και πρωτοκλασάτα στελέχη, τα κράτη που είχαν υπογράψει την Συνθήκη των Παρισίων του 1856, με την οποία είχε λήξει ο Κριμαϊκός Πόλεμος. Η Ελλάδα δεν προσκλήθηκε στο Συνέδριο, αλλά με την παρέμβαση της Αγγλίας επιτεύχθηκε η συμμετοχή της, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου.

Οι Κύριοι Πληρεξούσιοι των Κρατών στο Συνέδριο
Γερμανική Αυτοκρατορία και Πρωσία:
- Ο Καγκελάριος της Γερμανίας Ότο φον Μπίσμαρκ επικεφαλής και ο οικοδεσπότης του Συνεδρίου.
- Ο Υπουργός Εξωτερικών της Πρωσίας Ερνστ φον Μπίλοφ[13] (1815–1879).
Ηνωμένο Βασίλειο:
- Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι[14] (1804–1881), επικεφαλής της βρετανικής αντιπροσωπείας, εκ των πρωταγωνιστών του συνεδρίου.
- Ο Υπουργός Εξωτερικών Ρόμπερτ Σέσιλ[15] (1830–1903).
Ρωσία:
- Ο 80χρονος Αλεξάντερ Γκορτσακόφ[16] (1798–1883), Καγκελάριος και Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου, ως επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας.
- Ο Πιοτρ Σουβάλοφ[17] (1827–1889) υπήρξε η κεντρική μορφή της ρωσικής αντιπροσωπείας. Ως Ρώσος πρέσβης στο Λονδίνο, ηγείτο de facto της ρωσικής διπλωματίας στο Βερολίνο, καθώς ο Γκορτσακόφ ήταν προχωρημένης ηλικίας.

Αυστροουγγαρία:
- Ο Υπουργός Εξωτερικών Γκιούλα Άντρασι[18] (1823–1890) επικεφαλής της αντιπροσωπείας.
- Ο πρέσβης στη Ρώμη Χάινριχ Φον Χάυμερλε[19] (1828–1881).
Γαλλία:
- Ο Υπουργός Εξωτερικών Ουίλιαμ Ουάντιγκτον[20] (1826–1894) επικεφαλής της αντιπροσωπείας.
- Ο Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας Φελίξ Ντεσπρέ[21] (1819–1898).
Οθωμανική Αυτοκρατορία:
- Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής Πασάς[22] (1833–1906) επικεφαλής της αντιπροσωπείας.
- Ο Σαντουλάχ Πασάς[23] (1838–1891) πρέσβης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Βερολίνο.
Ιταλία:
- Ο Υπουργός Εξωτερικών Λουίτζι Κορτί[24](1823–1888) επικεφαλής της αντιπροσωπείας.
- Ο πρέσβης της Ιταλίας στο Βερολίνο Εντουάρντο ντε Λονέ[25](1820–1892).

Η Ελληνική Παρουσία στο Συνέδριο
Η εκπροσώπηση της Ελλάδος ανατέθηκε στον Υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη [1A] (1820–1905). Στην αποστολή συμμετείχαν:
- Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής[26] (1809-1892) πρέσβης στο Βερολίνο.
- Ο Πέτρος Βράιλας Αρμένης[27](1812–1884) πρέσβης στη Πετρούπολη.
- Ο επιτετραμμένος στο Λονδίνο Ιωάννης Γεννάδιος[28](1844–1932).
- Ο γραμματέας στην πρεσβεία της Βιέννης Αλέξανδρος Σκουζές[29] (1853–1937).
- Ο διπλωμάτης Άγγελος Βλάχος[30] (1838-1920).
- Ο διπλωμάτης Δημήτριος Πανάς (1856–1931).

Την 17η Ιουνίου ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών, σε μία παρουσίαση διάρκειας μισής ώρας, αιτήθηκε την ενσωμάτωση στην Ελληνική επικράτεια της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Κρήτης. Ο Δηλιγιάννης υποστήριξε ότι η ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο ελληνικό κράτος αποτελούσε το μοναδικό τρόπο, για να σταματήσουν οι συνεχείς επαναστάσεις και οι ταραχές. Για την ισχυροποίηση των επιχειρημάτων του επικαλέστηκε:
- Τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο πληθυσμός στις διεκδικούμενες περιοχές ήταν στην συντριπτική του πλειοψηφία ελληνικός.
- Τους ακατάλυτους ιστορικούς, θρησκευτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς αυτών των πληθυσμών με το ελληνικό βασίλειο.
Η Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποίησε τις ελληνικές διεκδικήσεις ως μοχλό πιέσεως κατά του Σουλτάνου, προκειμένου να τής παραχωρηθεί η Κύπρος και ως αντίβαρο στη ρωσική επιρροή για τη δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας». Μετά την ικανοποίηση των επιδιώξεων της, όχι μόνο σταμάτησε να μάς υποστηρίζει, αλλά αντιτάχθηκε σε περαιτέρω αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μόνο χάρις στην επιμονή του Γάλλου πληρεξουσίου Ουάντιγκτον και την παρασκηνιακή υποστήριξη από τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων και μετέπειτα πρωθυπουργό της Γαλλίας Λέοντος Γαμβέττα, περιλήφθηκε στην συνθήκη το 13ο Πρωτόκολλο το οποίο αφορούσε τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Θεσσαλία και την Ήπειρο.
Η Συνθήκη
Την 13η Ιουλίου 1878, υπεγράφη στο Βερολίνο η ομώνυμη συνθήκη μεταξύ της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας, της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία αποτέλεσε την καταλυτική πράξη του συνεδρίου. Οι κύριες αποφάσεις αφορούσαν:
- Τη συρρίκνωση της «Μεγάλης Βουλγαρίας που είχε σχεδιάσει η Ρωσία. Στη θέση της δημιουργήθηκε ένα μικρό, αυτόνομο βουλγαρικό πριγκιπάτο, ενώ η Ανατολική Ρωμυλία παρέμεινε ημιαυτόνομη επαρχία υπό οθωμανικό έλεγχο.
- Την αναγνώριση της πλήρους ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας.
- Την υπαγωγή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης υπό την τη διοίκηση της Αυστροουγγαρίας.
- Την επιστροφή της Μακεδονίας και της Θράκης υπό την άμεση κυριαρχία των Οθωμανών, αποτρέποντας την ενσωμάτωσή τους στη Βουλγαρία, γεγονός που ανακούφισε την Ελλάδα.
- Τον επανακαθορισμό των ελληνοτουρκικών συνόρων στο ύψος των ποταμών Πηνειού και Καλαμά, στην Θεσσαλία και την Ήπειρο αντιστοίχως, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Σε περίπτωση αδυναμίας συνεννοήσεως Υψηλής Πύλης και Ελλάδος θα μεσολαβούσαν για την διευθέτηση των διαπραγματεύσεων οι χώρες που υπέγραψαν την συνθήκη.
Την 2α Ιουλίου 1881, μετά από 3 χρόνια σκληρών διπλωματικών αγώνων, υπογράφηκε από την κυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου συμφωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την οποία προσαρτήθηκαν στην ελληνική επικράτεια η Θεσσαλία (εκτός από την περιοχή της Ελασσόνας) και το τμήμα του νομού Άρτας ανατολικά του Αράχθου.

Διαπιστώσεις- Συμπεράσματα
Ευτυχώς για εμάς η σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου, μας έδωσε την ευκαιρία για την ακύρωση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την πραγμάτωση των ελληνικών διεκδικήσεων.
Το 1878, η Ελλάδα προσπάθησε να ισορροπήσει την εξωτερική της πολιτική, επιδιώκοντας να μην δυσαρεστήσει ούτε τη Ρωσία ούτε το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ είχε συγγενικούς δεσμούς με τη βασίλισσα Βικτώρια της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ η βασίλισσα Όλγα με τον Τσάρο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα επέλεξε στρατόπεδο: ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ.
Στο συνέδριο του Βερολίνου επιβεβαιώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι το ισχυρότερο επιχείρημα στην διπλωματία αποτελεί η επίκληση του συμφέροντος και όχι του δικαίου. Η διπλωματία δεν συνιστά πράξη φιλανθρωπίας. Όταν επικαλούμεθα την βοήθεια άλλου κράτους, πρέπει να έχουμε την ικανότητα να πείθουμε για το κέρδος που θα αποκομίσει από την υποστήριξη που θα μας παράσχει. Ως λαός αδυνατούμε να αποδεχθούμε αυτή την απλή αλήθεια. Φαντασιωνόμεθα το ανέφικτο και, όταν δεν το επιτύχουμε, θρηνούμε και κατηγορούμε τους πάντες, αντί να αναρωτηθούμε τι δεν κάνουμε σωστά και γιατί δεν μπορούμε να πείσουμε.
Ο Κάρολος Ντίλκ[31] (1843–1911), Υφυπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου(1880-1882), είχε την άποψη ότι: «Ἡ βαθμιαία ὑποκατάσταση τῆς Τουρκίας ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐπρόσδεκτη στοὺς Ἄγγλους. Μιὰ δύναμη τοῦ μέλλοντος ἀντὶ τοῦ παρελθόντος. Μιὰ δύναμη ἐμπορίου, παρὰ μιὰ δύναμη πολέμου. Εὐρωπαϊκὴ παρὰ Ἀσιατική, ἔντονα ἀνεξάρτητη, δημοκρατική, ναυτική». Τρεις φορές κατά τον 20ο αιώνα είχαμε την ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε αυτό που εξέφρασε ο Άγγλος πολιτικός:
- Το 1920, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.
- Το 1945, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είμασταν το μοναδικό κράτος της Βαλκανικής που παρέμεινε εκτός του «Σιδηρούν Παραπετάσματος[32]».
- Το 1981, όταν είμασταν το πρώτο κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης που έγινε αποδεκτό ως το 10ο μέλος της ΕΟΚ (Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος).
Το ότι δεν το πετύχαμε οφείλεται κυρίως σε δικά μας σφάλματα. Οι λαοί προοδεύουν όταν έχουν, όραμα, σκοπό, ιδανικά και δεν περιορίζονται μόνο σε υλικές επιδιώξεις.
Αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Κρασσάς
Ιούλιος 2026
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Αλεξάνδρου Μαζαράκη-Αινιάνος, Ιστορική Μελέτη 1821-1897, Τόμος Α΄, Αθήναι 1940.
- Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό «ΗΛΙΟΥ», Αθήνα 1951.
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε, Αθήνα 1977.
- Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITTANICA, Εκδοτικός Οίκος ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 2007.
- Χάιντς Ρίχτερ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Τόμος Α΄: 1878-1949, Εκδοτικός Οίκος «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2007.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Λέων Γαμβέττας (1838–1882) Πρωθυπουργός της Γαλλίας και Πρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνελεύσεως. Υπήρξε κορυφαίος Γάλλος πολιτικός, δικηγόρος και εξέχων φιλέλληνας, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση και την εδραίωση της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Έμεινε στην ιστορία για τη σπάνια ρητορική του δεινότητα, το πατριωτικό του σθένος κατά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και τη σταθερή του υποστήριξη στα ελληνικά εθνικά δίκαια.

[1A] Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1820 Λαγκάδια Αρκαδίας–1905), υπήρξε γόνος σημαντικής Πελοποννησιακής οικογένειας, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς του 19ου αιώνα και πολιτικός αντίπαλος του Χαριλάου Τρικούπη. Διετέλεσε πέντε φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδος (1885–1886, 1890–1892, 1895–1897, 1902–1903, 1904–1905). Ηγήθηκε της συντηρητικής παρατάξεως, υποστήριζε την οικονομική ελάφρυνση των λαϊκών στρωμάτων, ενώ ήταν θιασώτης μιας πιο επιθετικής εθνικής πολιτικής. Η διακυβέρνησή του συνδέθηκε με τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, ο οποίος οδήγησε τη χώρα σε διεθνή οικονομικό έλεγχο. Δολοφονήθηκε στις 31 Μαΐου 1905 στα σκαλιά της Βουλής από τον χαρτοπαίκτη Αντώνιο Κωσταγεωργακόπουλο, λόγω της αποφάσεως της κυβερνήσεως να κλείσει τις παράνομες χαρτοπαικτικές λέσχες.

[2] Ο Κριμαϊκός πόλεμος (Οκτώβριος 1853–Μάρτιος 1856) ήταν μια από τις πιο αιματηρές συρράξεις του 19ου αιώνα, στην οποία η Ρωσική Αυτοκρατορία ηττήθηκε από μια συμμαχία της Βρετανικής, Γαλλικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μαζί με το Βασίλειο της Σαρδηνίας. Το κύριο αίτιο της συγκρούσεως αφορούσε τον έλεγχο των εδαφών της αποσυντιθέμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα) και την επιθυμία των δυτικών δυνάμεων να περιορίσουν τη ρωσική έξοδο στη Μεσόγειο.
[3] Ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄της Ρωσίας (1818–1881), βασίλευσε από το 1855 έως το 1881. Ήταν θείος της Βασίλισσας Όλγας της Ελλάδας (συζύγου του Γεωργίου Α΄) και έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «Απελευθερωτής». Διεξήγαγε τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878) που οδήγησε στην ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1867 πούλησε την περιοχή της Αλάσκας στις ΗΠΑ έναντι 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων. Το 1861 κατάργησε τη δουλοπαροικία και καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Την 1η Μαρτίου 1881 δολοφονήθηκε στην Αγία Πετρούπολη μετά από βομβιστική ενέργεια.

Τσάρος Αλέξανδρος Β΄
[4] Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ (1842-1918) ήταν ο 34ος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η περίοδος της βασιλείας του (1876–1909) χαρακτηρίστηκε από έντονες πολιτικές αναταραχές, εδαφικές απώλειες στα Βαλκάνια και προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας. Προώθησε τον Πανισλαμισμό ως ιδεολογία για να ενώσει τους μουσουλμάνους της αυτοκρατορίας ενάντια στις δυτικές δυνάμεις. Θέσπισε το πρώτο οθωμανικό σύνταγμα το 1876, το οποίο όμως ανέστειλε δύο χρόνια αργότερα. Ανατράπηκε το 1909 από το κίνημα των Νεότουρκων, μετά την επανάσταση του 1908 που τον ανάγκασε να επαναφέρει το σύνταγμα.

Αμπντούλ Χαμίτ Β΄
[5] Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ (24 Δεκεμβρίου 1845 Δανία–18 Μαρτίου 1913 Θεσσαλονίκη) υπήρξε ο μακροβιότερος μονάρχης της Ελλάδος, παραμένοντας επί του θρόνου περίπου 50 έτη (1863–1913). Ήταν ο ιδρυτής της νέας ελληνικής βασιλικής δυναστείας του Οίκου των Γκλύξμπουργκ. Η άνοδός του συνοδεύτηκε από την παραχώρηση των Επτανήσων από τη Μεγάλη Βρετανία. Κατά την άφιξή του θεσπίστηκε ένα από τα πιο φιλελεύθερα συντάγματα της Ευρώπης, εγκαθιδρύοντας τη Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Δολοφονήθηκε κοντά στον Λευκό Πύργο από τον Αλέξανδρο Σχινά.

[6] Ο Κωνσταντίνος Κανάρης (1793 Ψαρά–1877) ήταν εκ των ηρωικότερων και αγνότερων μορφών της ελληνικής επαναστάσεως, ναύαρχος και κορυφαίος πολιτικός που διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδος (1844, 1848, 1864, 1864-65, 1877). Έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «μπουρλοτιέρης», όταν τον Ιούνιο του 1822 ανατίναξε την οθωμανική ναυαρχίδα στη Χίο, προκαλώντας τον θαυμασμό ολόκληρης της Ευρώπης.

Κωνσταντίνος Κανάρης
[7] Ο Πέτρος Σαμπούροφ (1835–1912) ήταν μια από τις πιο σημαντικές και καλλιεργημένες προσωπικότητες της ρωσικής διπλωματίας του 19ου αιώνα. Εκτός από την εννεαετή θητεία του στην Ελλάδα, η ζωή και η καριέρα του περιλαμβάνουν σπουδαία επιτεύγματα. Το 1879 διορίστηκε πρέσβης στη Γερμανία. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις με τον Μπίσμαρκ για την ανανέωση της συμμαχίας μεταξύ Ρωσίας, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας (1881). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα (1870–1879), συγκέντρωσε μια τεράστια και παγκοσμίως φημισμένη συλλογή από αρχαία ελληνικά γλυπτά, ειδώλια Ταναγραίας και αγγεία. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του αγοράστηκε αργότερα από το Μουσείο του Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη και τα Κρατικά Μουσεία του Βερολίνου.

Αντρέι Σαμπούροφ
[8] Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815-1883). Γεννήθηκε στον κάμπο Μεσσηνίας της έξω Μάνης. Κατέχει το ιστορικό ρεκόρ ως ο Έλληνας πολιτικός που σχημάτισε τις περισσότερες κυβερνήσεις. Διετέλεσε 10 φορές πρωθυπουργός συνολικά επί 7,5 χρόνια. Επί πρωθυπουργίας του διανεμήθηκαν 2,6 εκατομμύρια στρέμματα γης σε άκληρους αγρότες, μερίμνησε για την πολεμική προπαρασκευή της χώρας και την καταπολέμηση της ληστείας.

[9] Η κωμόπολη και η επαρχία Δομοκού περιήλθαν στην Ελλάδα το 1881. Μέχρι το 1889 υπάγονταν στο νομό Λαρίσης και έκτοτε στο νομό Φθιώτιδος. Η αρχαία ονομασία του ήταν «Θαυμακοί», λόγω της απρόσκοπτου θέας προς την πεδιάδα της Θεσσαλίας.
[10] Την ονόμασαν προκαταρκτική προκειμένου να καθησυχάσουν τις λοιπές ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες όπως αναμενόταν, διαφώνησαν έντονα με τους όρους της συνθήκης.
[11] Η συμφωνία παραχωρήσεως της Κύπρου προς το Ηνωμένο Βασίλειο θα διατηρείτο όσο η Ρωσία κατείχε τις περιοχές του Καρς, Βατούμ και Αρνταχάν στην περιοχή του Καυκάσου. Δεδομένου της προθέσεως της Ρωσίας να παραμείνει στη περιοχή, η κατοχή προβλεπόταν μακροχρόνια. Την 23η Ιουλίου 1923, με την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, η νέα Τουρκική Δημοκρατία αναγνώρισε και επίσημα τη βρετανική κυριαρχία επί της νήσου.
[12] Ο Πρίγκιπας Ότο φον Μπίσμαρκ (1815–1898) ήταν κορυφαίος Πρώσος πολιτικός και ο «Σιδηρούς Καγκελάριος» που ενοποίησε τα ανεξάρτητα γερμανικά κρατίδια, δημιουργώντας τη Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871. Κυβέρνησε την Πρωσία και τη Γερμανία από το 1862 έως το 1890, εισάγοντας καινοτόμες μεταρρυθμίσεις και το πρώτο σύγχρονο κράτος πρόνοιας.

[13] Ο Μπέρνχαρντ φον Μπίλοφ (1815–1879) ήταν διακεκριμένος Δανο-γερμανός διπλωμάτης και πολιτικός. Διατέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον Ότο φον Μπίσμαρκ και είναι ευρύτερα γνωστός ως ο πατέρας του μετέπειτα Καγκελάριου της Γερμανίας, Μπέρνχαρντ φον Μπίλοφ.

[14] Ο πρώτος κόμης του Μπήκονσφηλντ Μπέντζαμιν Ντισραέλι [Benjamin Disraeli, 1st Earl of Beaconsfield) (1804-1881)], ηγήθηκε του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις) και καθόρισε τη σύγχρονη ταυτότητά του. Διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας (1868 και 1874-1880), ενώ για τρεις περίπου δεκαετίες πρωταγωνίστησε στην αγγλική πολιτική σκηνή.

[15] Ο 3ος Μαρκήσιος του Σώλσμπερυ Ρόμπερτ Σέσιλ, [Robert Cecil, 3rd Marquess of Salisbury, (1830–1903)] —γνωστός ως Λόρδος Σώλσμπερυ— ήταν κορυφαίος Βρετανός πολιτικός και διπλωμάτης, ο οποίος διετέλεσε τέσσερις φορές Υπουργός Εξωτερικών και τρεις φορές Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου. κυβερνώντας για συνολικά περισσότερο από 13 χρόνια στα τέλη της βικτωριανής εποχής.

[16] Ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Γκορτσάκοφ (1798 Εσθονία–1883 Γερμανία) διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας επί 26 χρόνια (1856-1882). Ως διπλωμάτης, επέδειξε επιδεξιότητα στις διαπραγματεύσεις, οξυδέρκεια στην επιχειρηματολογία και κομψότητα στο ύφος. Στο τελευταίο μέρος της καριέρας του αγωνίσθηκε να αυξήσει το κύρος της Ρωσίας αναιρώντας τα αποτελέσματα του Πολέμου της Κριμαίας και το επέτυχε σε μεγάλο βαθμό.

[17] Ο Κόμης Πιότρ Αντρέγιεβιτς Σουβάλοφ (1827-1889) υπήρξε διπλωμάτης και σύμβουλος του Τσάρου. Η κοινή γνώμη και οι πανσλαβιστικοί κύκλοι θεώρησαν το αποτέλεσμα του Συνεδρίου του Βερολίνου ταπεινωτικό. Ο Σουβάλοφ θεωρήθηκε υπεύθυνος για τις ρωσικές υποχωρήσεις, γεγονός που έπληξε ανεπανόρθωτα την καριέρα του και οδήγησε στην αποπομπή του από τη διπλωματική υπηρεσία λίγο αργότερα.

[18] Ο Κόμης Γκιούλα (Ιούλιος) Άντρασι ο Πρεσβύτερος (1823–1890) ήταν εξέχων Ούγγρος πολιτικός. Διετέλεσε ο πρώτος Πρωθυπουργός της Ουγγαρίας (1867–1871) μετά τον Αυστροουγγρικό Συμβιβασμό και μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας (1867–1879), διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην αναβάθμιση της θέσης της αυτοκρατορίας.

[19] Ο Βαρόνος Χάινριχ φον Χάυμερλε (1828–1881) ήταν εξέχων Αυστριακός διπλωμάτης και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας από το 1879 έως τον θάνατό του το 1881.

[20] Ο Ουίλιαμ Ουάντιγκτον [William Waddington, (1826–1894) ήταν διαπρεπής Γάλλος αρχαιολόγος, διπλωμάτης και πολιτικός αγγλικής καταγωγής, ο οποίος διετέλεσε Πρωθυπουργός της Γαλλίας και Υπουργός Εξωτερικών.

[21] Ο Φελίξ Ντεσπρέ [Félix Desprez (1819–1898)] ήταν κορυφαίος Γάλλος διπλωμάτης, Σύμβουλος Επικρατείας και συγγραφέας, ο οποίος σφράγισε τη γαλλική εξωτερική πολιτική του β' μισού του 19ου αιώνα. Κατείχε για σχεδόν μιάμιση δεκαετία (1866–1880) τη θέση του Διευθυντή Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας.

[22] Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής Πασάς (1833–1906) ήταν κορυφαίος Έλληνας της Κωνσταντινούπολης (Φαναριώτης), διπλωμάτης, πολιτικός και λόγιος, ο οποίος έφτασε στα ύπατα αξιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διατελώντας μεταξύ άλλων Υπουργός Εξωτερικών και Ηγεμόνας της Σάμου. Ο διάσημος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή ήταν ανιψιός του (πρώτος ξάδελφος του πατέρα του).

[23] Ο Σαντουλάχ Πασάς (1838–1891) ήταν εξέχων Οθωμανός διπλωμάτης, πολιτικός και διανοούμενος, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Βερολίνο για μια ολόκληρη δεκαετία (1877–1887).

[24] Ο Κόμης Λουίτζι Κορτί (1823–1888) ήταν διαπρεπής Ιταλός διπλωμάτης και γερουσιαστής, ο οποίος έμεινε στην ιστορία ως ο Υπουργός Εξωτερικών της χώρας του κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Βερολίνου.

[25] Ο Κόμης Εντουάρντο ντε Λονέ (1820–1892) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και μακροβιότερους Ιταλούς διπλωμάτες του 19ου αιώνα. Υπηρέτησε ως πρέσβης της Ιταλίας στο Βερολίνο για 25 ολόκληρα χρόνια (1867–1892), διαδραματίζοντας κρίσιμο ρόλο στη σύνδεση του νεοσύστατου Ιταλικού Βασιλείου με τη Γερμανική Αυτοκρατορία.

[26] Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809–1892) υπήρξε κορυφαίος Φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α' Αθηναϊκής Σχολής, καθηγητής αρχαιολογίας, πολιτικός και διπλωμάτης, ο οποίος σφράγισε την πνευματική και πολιτική ζωή της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Όπως και ο Γάλλος ομόλογός του Ουάντιγκτον, συνδύασε με μοναδικό τρόπο την πολιτική/διπλωματική δράση με την επιστήμη της αρχαιολογίας και τα γράμματα.

Aλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
[27] Ο Πέτρος Βράιλας Αρμένης (1812–1884) υπήρξε μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της πολιτικής, της διπλωματίας και της φιλοσοφίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Υπηρέτησε ως Πρέσβης της Ελλάδος στην Αγία Πετρούπολη, κατά την κρίσιμη περίοδο 1876–1880, μια εποχή που σημαδεύτηκε από τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο και τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις στα Βαλκάνια.

Πέτρος Βράιλας Αρμένης
[28] Ο Ιωάννης Γεννάδιος (1844–1932) υπήρξε μία από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της ελληνικής διπλωματίας, ένας σπουδαίος λόγιος, εθνικός ευεργέτης και ο άνθρωπος πίσω από τη δημιουργία της παγκοσμίου φήμης Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Ιωάννης Γεννάδιος
[29] Ο Αλέξανδρος Σκουζές (1853–1937) υπηρέτησε ως γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στη Βιέννη κατά τη δεκαετία του 1870. Η διπλωματική του εμπειρία τον οδήγησε στο τιμόνι του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας για αρκετές θητείες στις κυβερνήσεις του Θεόδωρου Δηλιγιάννη (1895, 1902, 1904) και του Γεωργίου Θεοτόκη (1905). Διαχειρίστηκε κρίσιμες εθνικές φάσεις, όπως τις επιπτώσεις του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 και τις πρώτες φάσεις του Μακεδονικού Αγώνος.

Αλέξανδρος Σκουζές
[30] Ο διπλωμάτης και λόγιος Άγγελος Βλάχος (1838–1920) διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, υπηρετώντας ως Γραμματέας της ελληνικής διπλωματικής αποστολής. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον εγγονό του, Άγγελο Σ. Βλάχο οποίος ήταν επίσης πολύ γνωστός διπλωμάτης, ακαδημαϊκός και συγγραφέας του 20ού αιώνoς.

Άγγελος Βλάχος
[31] Ο Σερ Κάρολος Ντιλκ (Sir Charles Dilke, 1843–1911) ήταν εξέχων Βρετανός ριζοσπάστης πολιτικός του Φιλελεύθερου Κόμματος, ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως ηγέτης του φιλελληνικού κινήματος στη Μεγάλη Βρετανία κατά την κρίσιμη περίοδο της διευθέτησης των ελληνικών συνόρων (1879–1881) μετά το Συνέδριο του Βερολίνου.

Σερ Κάρολος Ντιλκ
[32] Τον όρο «Σιδηρούν Παραπέτασμα» χρησιμοποίησε ο Τσώρτσιλ για να πρώτη φορά σε λόγο που εκφώνησε το Μάρτιο του 1946 στις ΗΠΑ, για να περιγράψει τις χώρες που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Σοβιετικής Ενώσεως.