Από Αντιστράτηγο ε.α Ιωάννη Κρασσά

    «Πραματευτής δέν ἤμουνα, ἡ μοῖρα μου τό θέλησε νὰ γίνω καπετάνιος. Μά δέν θά ἤτανε σωστό νὰ κάνω πραμάτεια τό καπετανλίκι μου, γιά νὰ καζαντήσω» Νικηταράς.

   Ο Νικήτας Σταματελόπουλος υπήρξε ένας εκ των γενναιοτέρων και πλέον ανιδιοτελών αγωνιστών της επαναστάσεως του 1821. Έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος». Γεννήθηκε το 1781 στην Αναστασίτσα ή την Αναστάσοβα, την σημερινή Νέδουσα Μεσσηνίας.[1] Ήταν ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον σεβόταν και ακολούθησε σ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Ο Νικηταράς ανυπότακτος, θαρραλέος και με αγάπη για την ελευθερία ακολούθησε τον περιπετειώδη βίο της κλεφτουριάς. Νυμφεύθηκε την κόρη του θρυλικού κλέφτη Ζαχαριά Μπαρπιτσιώτη, ενός εκ των προδρόμων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821.

Γεννημένος Στρατιώτης

   Το «Στρατιωτικό Μητρώο» του Νικηταρά είναι εντυπωσιακό. Επιζητούσε να συμμετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις, όχι μόνο κατά την επανάσταση, αλλά και  πριν από αυτήν. Είναι προφανές ότι διψούσε για δράση. Το 1805 ακολούθησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα. Πολέμησε με τον Ρωσικό στρατό στην Ιταλία κατά των Γάλλων, στην συνέχεια όμως υπηρέτησε στον Γαλλικό στρατό, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν καταλάβει τα Επτάνησα. Έδωσε αμέσως το παρόν του με την έκρηξη της επαναστάσεως του 1821. Την 12η και 13η Μαΐου επικεφαλής 800 αγωνιστών έλαβε μέρος στην μάχη του Βαλτετσίου. Στην συνέχεια την 18η  Μαΐου 1821, στη μάχη των Δολιανών, με 200 άνδρες έτρεψε σε φυγή 6.000 Τούρκους του Κεχαγιάμπεη. Ήταν η πρώτη φορά που τον αποκάλεσαν «τουρκοφάγο». Η νίκη σ’ αυτή την μάχη, η οποία εντάσσεται στις επιχειρήσεις πολιορκίας της Τριπόλεως, είχε διπλή σημασία για την επικράτηση της επαναστάσεως. Βελτίωσε την θέση των επαναστατών και ενίσχυσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι δεν επιχείρησαν άλλη έξοδο από την πολιορκούμενη πόλη. Ο Νικηταράς δεν ζήτησε κανένα λάφυρο μετά την άλωση της Τριπόλεως. Του προσφέρθηκε ένα αδαμαντοκόλλητο σπαθί, το οποίο αργότερα το προσέφερε σε έρανο για τις ανάγκες του αγώνος. Υπήρξε  από τους ολίγους που πολεμούσε μόνο για την νίκη και όχι για την πολεμική λεία. Τον Ιούνιο συνεργάσθηκε  με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο για την ανακατάληψη της Λιβαδιάς.   

   Η Δόξα

   Η μεγάλη στιγμή του Νικηταρά, όπου για δεύτερη φορά έλαβε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος, υπήρξε η συμβολή του στις μάχες στα Δερβενάκια (26η-28η Ιουλίου 1822). Η αποστολή του μαζί με τον Παπαφλέσσα, τον Δημήτριο Υψηλάντη και τον Παπαρσένη ήταν η φύλαξη της διαβάσεως του Αγίου Σώστη. Ο Νικηταράς πολέμησε με απαράμιλλη ανδρεία, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στους στρατιώτες του Δράμαλη (3.000 νεκροί). Αναφέρεται ότι μετά την μάχη δεν μπορούσε να βγάλει το σπαθί από το χέρι του που είχε πρηστεί. Στον πρώτο εμφύλιο μετά την επικράτηση των κυβερνητικών μετέβη στο Μεσολόγγι, όπου τέθηκε στην υπηρεσία του Δημητρίου Μακρή και πολέμησε κατά του Κιουταχή στην δεύτερη πολιορκία.  Ακολούθησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στην  θρυλική εκστρατεία στην Ανατολική Στερεά κατά του Κιουταχή και συμμετείχε στην μεγάλη νίκη στην Αράχοβα. Δικαίως ο Σαράντος Καργάκος τον παρομοιάζει σαν τον «Ομηρικό Αχιλλέα» της Ελληνικής Επαναστάσεως.

  Η Πρώτη Φυλάκιση

  Ο Νικηταράς φυλακίσθηκε από τον Κουντουριώτη στην Ύδρα. Μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, δόθηκε αμνηστία  στους φυλακισθέντες οπλαρχηγούς, ο οποίοι επανήλθαν στον αγώνα και διέσωσαν την επανάσταση. Ο Νικηταράς στάθηκε αλύγιστος δίπλας τον Κολοκοτρώνη, επιβάλλοντας την σκληρή, αλλά σωτηρία πολιτική του «Τσεκούρι και φωτιά στους προσκυνημένους». Μετά την απελευθέρωση προσκολλήθηκε στο Ρωσικό κόμμα, ακολουθώντας τον Κολοκοτρώνη. Επί Καποδίστρια υπήρξε από τους στενότερους συνεργάτες και υποστηρικτές του κυβερνήτου και στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους πήρε μέρος ως πληρεξούσιος του Λιονταριού.

  Το Όνειδος (η ντροπή)  

  Το 1839, κατηγορήθηκε για συνομωσία κατά του Βασιλέως Όθωνος, καταδικάστηκε και παρέμεινε έγκλειστος επί 6 μήνες στις φυλακές της Αίγινας. Βίωσε την αχαριστία της πολιτείας η οποία αντί συντάξεως τού έδωσε άδεια επαιτείας στον ναό της Αγίας Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. Ο Όθων το 1843 τού απένειμε τον βαθμό του Υποστρατήγου και το 1847 έγινε γερουσιαστής. Παρότι αναλφάβητος ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών της «Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας» των Αθηνών. Στην συνέχεια σχεδόν τυφλωμένος από το ζάχαρο και το ποτό, έζησε μέχρι τον θάνατό του στον Πειραιά με μία πενιχρή σύνταξη. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο την 25η Σεπτεμβρίου 1849, δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με την επιθυμία του. Υπήρξε γενναίος, ηθικός και ανιδιοτελής στον υπέρτατο βαθμό, μεταξύ των  ελαχίστων αγωνιστών του 1821, που δεν εξαγόρασαν την προσφορά τους προς την πατρίδα.

 

 

 

[1] Η καταγωγή του ήταν από τη Τουρκολέκα, κεφαλοχώρι της Μεγαλουπόλεως και ήταν γνωστός επίσης ως Τουρκολέκας.