Διακόσια Χρόνια από την Επανάσταση του 1821

 Η 25η Μαρτίου 1821 αποτελεί μία ξεχωριστή ημερομηνία για τους Έλληνες. Υπάρχουν στην ζωή όλων των λαών χρονολογίες ορόσημα, οι

οποίες σηματοδοτούν τις μέγιστες και τις ελάχιστες επιδόσεις τους. Τόσο οι θρίαμβοι όσο και οι καταστροφές είναι διδακτικές, γιατί μας βοηθούν να συνειδητοποιούμε το σωστό και το εσφαλμένο των πράξεων μας. Είμαστε λαός με μακρά πορεία μέσα στην ιστορία, την οποία δυστυχώς αγνοούμε.

Από το 1821 μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει 200 χρόνια, τα οποία αντιστοιχούν σε επτά γενεές Ελλήνων (28 χρόνια κάθε γενεά). Είμαστε σε μία αδιάσπαστη συνέχεια οι άμεσοι απόγονοι των αγωνιστών της Επαναστάσεως, εμφορούμενοι από τις ίδιες αρετές, ελαττώματα και αισθήματα και την ίδια νοοτροπία. Αυτό δεν ισχύει για τους Έλληνες της γενιάς του 1821, σε σχέση με τους προγόνους τους που υποδούλωσαν οι Τούρκοι το 15ο αιώνα. Οι τρεις πρώτες γενεές μετά την απελευθέρωση(1830-1922), ασπάσθηκαν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, που στόχευε στην απελευθέρωση όλων των υπόδουλων αδελφών μας. Η Εθνική εξόρμηση των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 και η συμμετοχή μας στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου, της Κρήτης και των νήσων του Αιγαίου. Η Μικρασιατική Καταστροφή[1] τον Αύγουστο του 1922, σηματοδότησε το τέλος των διεκδικήσεων μας σε βάρος της Τουρκίας. Η τέταρτη γενεά (1922-1950), πέτυχε την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που τελούσαν υπό Ιταλική κατοχή. Οι παραπάνω επεκτάσεις της επικράτειάς μας υπήρξαν αποτέλεσμα πολεμικών συγκρούσεων.

Είχαμε όμως και εδαφικά κέρδη άνευ πολέμων. Το 1864, τα Επτάνησα μάς παραχωρήθηκαν από την Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της αποδοχής του Γεωργίου του Α΄, ως Βασιλέως των Ελλήνων. Το 1878, η προσάρτηση της Θεσσαλίας και του νομού Άρτης, πραγματοποιήθηκε λόγω της Συνθήκης του Βερολίνου.[2]

Κατά την περίοδο της πέμπτης γενεάς (1950-1980) ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας για την ανεξαρτησία της Κύπρου (1η Απριλ. 1995), ο οποίος σήμανε την αρχή της επιδεινώσεως των Ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το καλοκαίρι του 1974, το 37% της Κύπρου τέθηκε υπό τουρκική κατοχή. Έκτοτε έπαυσαν να υφίστανται ως προοπτικές η ένωσις της Κύπρου με την Ελλάδα και η απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου. Από την μεταπολίτευση και εντεύθεν δεν είχαμε πλέον επεκτατικές βλέψεις, αλλά δηλώσαμε ότι δεν παραχωρούμε ούτε σπιθαμή ελληνικού εδάφους, εναερίου, ή θαλασσίου χώρου. Οι μεταπολιτευτικές γενιές προσπάθησαν να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της Ελλάδος, από τις διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Το απόγειο της εντάσεως μεταξύ των δύο χωρών κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, υπήρξε η Κρίσις των Ιμίων το 1996. Η σημερινή γενεά βρίσκεται αντιμέτωπη με την ολοένα αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας, η οποία αμφισβητεί τα όρια των θαλασσίων ζωνών, των χωρικών μας υδάτων, του Εθνικού Εναέριου χώρου, του FIR (Περιοχές Πληροφοριών Πτήσεως) και των περιοχών ευθύνης για την έρευνα και διάσωση. Διεκδικεί επιπροσθέτως αριθμό ελληνικών μικρονησίδων, και αξιώνει τον αφοπλισμό των νησιών μας στο Ανατολικό Αιγαίο.

Η γενεά του 1821 παρά τα λάθη, τις αβλεψίες, τα πάθη, τα ελαττώματά, την έλλειψη μορφώσεως και τα όποια άλλα αμαρτήματά της, πέτυχε το αδιανόητο. Υπήρξε η γενεά η οποία μας απελευθέρωσε από τον τουρκικό ζυγό και εμφανισθήκαμε ως ανεξάρτητο κράτος στο χάρτη της Ευρώπης. Το γεγονός ότι σήμερα είμαστε ελεύθεροι πολίτες ενός κυρίαρχου κράτους, το οφείλουμε σέ όσους πολέμησαν στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα.

Κατά το διάστημα από την απελευθέρωση μέχρι το 1950, η Ελλάδα:

  • Συμμετείχε σε δύο Παγκοσμίους, δύο Βαλκανικούς και σε δύο Ελληνοτουρκικούς Πολέμους (1897, 1919-1922).
  • Αντιμετώπισε ένα τριετή αδελφοκτόνο πόλεμο, ένα πολυετή εθνικό διχασμό, σειρά τοπικών εξεγέρσεων, αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα, δολοφονία Βασιλέως και κυβερνήτου, 3 εκθρονίσεις βασιλέων, 3 αλλαγές πολιτεύματος,[3] 5 πτωχεύσεις,[4] εκατομμύρια προσφύγων και τα μύρια όσα.

Παρ’ όλα τα προβλήματά, την φτώχεια, τις συγκρούσεις και τα παθήματά μας, συνεχίσαμε να αυξανόμαστε τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό. Η διατήρηση της εκτάσεως στα 132.000 χλμ2, από το 1947 δεν συνιστά λόγο ανησυχίας. Το σοβαρό πρόβλημα δημιουργείται από την ελάττωση του πληθυσμού τα τελευταία χρόνια. Το 1960 ο πληθυσμός μας ανερχόταν σε 8,3, ενώ σήμερα έχει φτάσει τα 11,7 εκατ. και βαίνει μειούμενος. Στο ίδιο χρονικό διάστημα τρεις χώρες με σαφώς μικρότερη έκταση από εμάς και ταραγμένη ιστορία, υπερδιπλασίασαν το πληθυσμό τους, το Ισραήλ, από 2,1 σε 9 εκατομμύρια, η Ταϊβάν από 10 σε 25 εκατ. και η Νότιος Κορέα από 25 σε 52 εκατ. Στην γειτονική μας Τουρκία ο αριθμός των κατοίκων της από 27 έφθασε τα 82 εκατ. Η αύξηση του πληθυσμού συνιστά ζωτική λειτουργία κάθε έθνους και αποτελεί αναντικατάστατο χαρακτηριστικό για την επιβίωσή του.

Σε σχέση με τους προγόνους μας δεν θεωρούμε την υπεράσπιση της πατρώας γης, το υπεράνω όλων καθήκον. Οι γενιές που πολέμησαν προσέφεραν την ζωή τους για μια πατρίδα, η οποία τους παρείχε ελάχιστα σε σχέση με την σημερινή. Θυσίασαν την νιότη τους αντιμετωπίζοντάς κακουχίες και κινδύνους, αντλώντας δύναμη από την αγάπη τους προς την Ελλάδα. Ήρωες θεωρούνταν όσοι έχαναν την ζωή τους μαχόμενοι, φέροντες τραύματα στο στήθος.

Οι σύγχρονοι Έλληνες αδυνατούν να καταλάβουν, γιατί ο Αισχύλος, εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, επέλεξε να γράφει πάνω στον τάφο του επιτύμβιο, όχι πως ήτανε ο δημιουργός της τέχνης του θεάτρου, αλλά πως πολέμησε στη Μάχη του Μαραθώνος.

 Δεν νιώθουν για την σημαία αυτό που γράφει στο ποίημα του, ο Δάφνης Στρατήγης:

 «Αυτό είναι το ιερό πανί, που όταν περνά μπροστά μας,

   Υγραίνονται τα βλέφαρα και σπαρταρά η καρδιά μας».

που αποτελούσε το πρώτο κείμενο στο αναγνωστικό της Έκτης Δημοτικού του 1964.

   Δεν αισθάνονται αυτό που περιγράφει ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημα του «Η προς την Πατρίδα Αγάπη μου:

 «Νοιώθω για σε πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό».

Σήμερα περιγράφουμε ως ηρωική την προσπάθεια αυτών που κάνουν το καθήκον τους, από αμειβόμενη εργασία την οποία έχουν οι ίδιοι επιλέξει. Το σχολείο και το σπίτι διαμορφώνουν τα πρότυπα που ασπάζονται τα παιδιά. Η υπευθυνότητα, η ευσυνειδησία, η εκτέλεση του καθήκοντος και η υπακοή στους νόμους δεν κληρονομούνται, αλλά αποκτώνται μετά από επίπονη και συστηματική εκπαίδευση. Τίποτα δεν υποκαθιστά το προσωπικό παράδειγμα από όσους εμπλέκονται στην διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και αφορά κυρίως τους γονείς, τους δάσκαλους και τους φορείς της εξουσίας. Να μην ξεχνάμε ότι ευημερούμε, όταν και η πατρίδα ευημερεί. Αυτό συμβαίνει όταν εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις προς την πολιτεία με την ίδια ένταση που αξιώνουμε το σεβασμό των δικαιωμάτων μας ως πολιτών.

 

 

[1] Είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, της Σμύρνης μετά της ενδοχώρας και το ξερίζωμα του συνόλου των ελληνικών πληθυσμών που διαβιούσαν στην Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, πλην Κωνσταντινουπόλεως.

[2] Η Συνθήκη προέβλεπε τον επανακαθορισμό των ελληνοτουρκικών συνόρων στο ύψος των ποταμών Πηνειού και Καλαμά, στην Θεσσαλία και την Ήπειρο αντιστοίχως, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Τα όρια της Ηπείρου περιορίσθηκαν τελικά μέχρι τον ποταμό Αχέροντα, στο 60% του νομού Άρτης.

[3]  Το 1843 από Απόλυτη σε Συνταγματική Μοναρχία, το 1924 από Βασιλευόμενη σε Προεδρευομένη Δημοκρατία και το 1935 από Προεδρευμένη σε Βασιλευόμενη Δημοκρατία.

[4] Εκούσιες: Το 1827 επί Ιωάννη Καποδίστρια, το 1843 επί Βασιλέως Όθωνος, το 1893 επί Χαριλάου Τρικούπη, το 1932 επί Ελευθερίου Βενιζέλου. Ακούσια: το 1942 κατά την διάρκεια της κατοχής.